Έφη Αχτσιόγλου: «Τους επόμενους μήνες θα φανούν τα αποτελέσματα στην πραγματική οικονομία »

0
28

Στο ενδεχόμενο των πρόωρων εκλογών, στα 70 δις που εξασφάλισε η Ελλάδα στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής αλλά και στις σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία, αναφέρθηκε σε συνέντευξή της στο «newsique.gr», η βουλευτής Επικρατείας και τομεάρχης Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ, Έφη Αχτσιόγλου. Ακολουθείτο κείμενο της συνέντευξης:

Το τελευταίο διάστημα η πολιτική αντιπαράθεση διεξάγεται με «κασέτες». Τι επιδιώκει κατά τη γνώμη σας η κυβέρνηση;

Επιτρέψτε μου να σας πω ότι δεν επιλέγουν όλοι αυτόν τον τύπο πολιτικής αντιπαράθεσης. Αντίθετα εδώ έχουμε να κάνουμε με μια επιχείρηση συκοφάντησης του ΣΥΡΙΖΑ και των στελεχών του, που ενορχηστρώνει ο ίδιος ο κος Μητσοτάκης, ώστε να πλήξει την αξιοπιστία του πολιτικού του αντιπάλου. Πρόκειται για ένα επικίνδυνο μονοπάτι κλιμάκωσης το οποίο όμως δεν μας ξαφνιάζει, καθώς η πολιτική παράδοση από την οποία προέρχεται ο κύριος Μητσοτάκης δεν είναι ξένη στη χρήση τέτοιου τύπου παρακρατικών μεθόδων. Οι υποκλοπές, οι παρακολουθήσεις, οι συκοφαντίες, οι διαστρεβλώσεις, η προπαγάνδα με τη συνεργασία συγκροτημάτων τύπου αποτελούσαν για αυτή τη συγκεκριμένη πολιτική παράδοση πάντοτε θεμιτά μέσα για την εξόντωση του εκάστοτε πολιτικού αντιπάλου.

Αυτή η επιχείρηση σπίλωσης όμως είναι τμήμα μιας ευρύτερης στρατηγικής. Πρέπει να τη δούμε στη συνάρθρωσή της με την κινητοποίηση παράκεντρων εξουσίας εντός και εκτός κράτους για να ελεγχθεί η δικαιοσύνη, με την ένταση της καταστολής και την επιλογή του αυταρχισμού, με την επιδίωξη εξαφάνισης κάθε κριτικής φωνής στα μέσα ενημέρωσης, με τις προγραφές δημοσίων υπαλλήλων που δεν διάκεινται φιλικά προς την κυβέρνηση. Όλα αυτά αναδεικνύουν την επιδίωξη να εμπεδωθεί ένα νέο καθεστώς. Στόχος είναι να εξοβελιστεί, να ξεριζωθεί οποιοδήποτε πρόσωπο, οποιαδήποτε κοινωνική και πολιτική δύναμη αρθρώνει κριτικό λόγο και εναντιώνεται στο καθεστώς.

Αυτή όμως η στρατηγική, που υλοποιείται με σιδηρά πυγμή, είναι και το σύμπτωμα της πολιτικής αδυναμίας του καθεστώτος του κ. Μητσοτάκη: Αναδεικνύει την πολιτική και ιδεολογική ένδειά του. Όποιος επιλέγει να καταφύγει στην ωμή δύναμη, στην πραγματικότητα κάτι φοβάται. Και η κυβέρνηση της ΝΔ με δεδομένες τις αποτυχίες και τα αδιέξοδα που συσσωρεύει σε όλα τα πεδία της πολιτικής, στην οικονομία, στην εξωτερική πολιτική, στο προσφυγικό, νομίζω ότι έχει πολλά να φοβάται.

Μα όσο δύσκολη κι αν είναι η κατάσταση στην οικονομία τι μπορεί να φοβηθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όταν οι δημοσκοπήσεις δίνουν στη ΝΔ μεγάλη διαφορά από τον ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία;

Οι δημοσκοπήσεις και ιδιαίτερα η πρόθεση ψήφου όπως καταγράφεται εκεί αποτελούν μεν σύμφωνα με το γνωστό κλισέ μια φωτογραφία της στιγμής, δύσκολα όμως μπορούν να αποτυπώσουν τις κοινωνικές διεργασίες και τις υπόγειες κοινωνικές κινήσεις, που μπορούν ανά πάσα στιγμή να οδηγήσουν σε μετατοπίσεις του πολιτικού συσχετισμού δύναμης.

Και εκεί είναι που τα ποιοτικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων λειτουργούν βοηθητικά και είναι πολύ πιο κρίσιμα από την πρόθεση ψήφου. Και τα στοιχεία αυτά συνθέτουν μια μάλλον μεταιχμιακή εικόνα για τον πολιτικό συσχετισμό. Πλέον κυριαρχούν ο φόβος, η απογοήτευση και η αβεβαιότητα. Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς όταν η κυβέρνηση απέτυχε να στηρίξει την ελληνική οικονομία και εκμεταλλεύτηκε την κρίση του κορωνοϊού για να προωθήσει μια σκληρή ταξική πολιτική απορρύθμισης της εργασίας αλλά και για να ενισχύσει την αυθόρμητη τάση αναδιάρθρωσης και εκκαθάρισης μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων;

Αυτά δεν είναι τίτλοι, ούτε ατάκες αντιπολιτευτικού λόγου. Είναι ζωές ανθρώπων, προσδοκίες που διαψεύδονται και ανάγκες που δεν καλύπτονται. Και δημιουργούν νέες τάσεις στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, τάσεις που κάνουν την κυβέρνηση να αισθάνεται κάθε άλλο παρά ασφαλής. Και μόνο έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε τους λόγους που την οδηγούν στον αυταρχισμό και στον καθεστωτισμό.

Πιστεύετε ότι το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών πρέπει να αποκλειστεί, όταν βλέπουμε ότι συντηρείται η πρακτική της σκανδαλολογίας;

Δεν είμαι μάντης για να μπορώ να αποκλείσω οποιοδήποτε ενδεχόμενο. Το γεγονός δε ότι είναι κυβερνητικά διακινούμενες φήμες, που συντηρούν το θέμα ανοιχτό, σημαίνει ότι οι πρόωρες εκλογές είναι ενδεχόμενες. Ο κ. Μητσοτάκης ίσως να σκέφτεται ότι με μια τέτοια επιλογή θα προλάβει τις κοινωνικές αντιδράσεις για την πολύ δύσκολη κατάσταση που δημιουργείται στην αγορά και στην οικονομία. Ταυτόχρονα όμως μια τέτοια επιλογή και με δεδομένη την κοινωνική και οικονομική κατάσταση στη χώρα ενέχει τεράστιο ρίσκο για τον κ. Μητσοτάκη. Διότι αν επιλέξει τις πρόωρες εκλογές, θα δώσει την δυνατότητα στο βουβό κύμα απογοήτευσης και αβεβαιότητας, στην αρνητικότητα που σιγά σιγά κυριαρχεί, να μετασχηματιστεί σε μια θετική δύναμη για την πολιτική και κοινωνική αλλαγή, δύναμη που αυτή τη στιγμή έχει ως κύριο πολιτικό εκφραστή της τον ΣΥΡΙΖΑ. Και εκεί τα πράγματα θα αρχίσουν να δυσκολεύουν για το καθεστώς του κ. Μητσοτάκη.

Πώς σχολιάζετε το «πακέτο» των 70 δισ., που απέσπασε η Ελλάδα από την ΕΕ;

Κατ’ αρχάς το πακέτο δεν είναι αυτό. Τα χρήματα είναι λιγότερα από τα μισά αυτών που είπε ο κ. Μητσοτάκης, ο οποίος άθροισε στο σύνολο και τους πόρους από το ΕΣΠΑ μέχρι το 2027 ,θεωρώντας προφανώς ότι απευθύνετε σε ανίδεους. Το πακέτο από το ταμείο ανάκαμψης είναι 32 δισ. -και όχι 70 δισ.- εκ των οποίων τα 19,5 δισ. είναι επιχορηγήσεις και τα 12,5 δισ. δάνεια. Ήδη η κατ’ επιμονή των χωρών του Βορρά αλλαγή της αρχικής αναλογίας που είχε προταθεί εις βάρος των επιχορηγήσεων και υπέρ των δανείων συνιστά ένα σοβαρότατο πρόβλημα και δημιουργεί ένα μεγάλο κίνδυνο για νέα κρίση χρέους στη χώρα μας αλλά και στις υπόλοιπες χώρες του Νότου. Δεύτερον, για την εκταμίευση των επιχορηγήσεων τέθηκαν αυστηροί όροι συνδεόμενοι με ένα πρόγραμμα «μεταρρυθμίσεων» μνημονιακού χαρακτήρα.Τρίτον, προβλέφθηκε το λεγόμενο ‘emergencybreak’, πράγμα που σημαίνει ότι οποιαδήποτε χώρα μπορεί να θέσει βέτο στην εκταμίευση χρημάτων για μια άλλη χώρα, αν θεωρεί ότι οι «μεταρρυθμίσεις» στη δεύτερη δεν προχωρούν ικανοποιητικά. Ο κ. Μητσοτάκης σε όλες τις κρίσιμες συζητήσεις παρέμεινε αδρανής ενώ στη συμφωνία, με την οποία αφαιρέθηκαν 110 δισ. ευρώ επιχορηγήσεων και τέθηκαν αυστηροί όροι εκταμίευσης σε χρόνους μάλιστα πολύ μακρινούς από τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, ο ίδιος είδε έναν «δίκαιο και εύλογο» συμβιβασμό.

Κάποιοι ακόμη και στο κόμμα σας φοβούνται νέο Μνημόνιο. Μπορούμε να αποκλείσουμε μία τέτοια εξέλιξη;

Αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα σύνολο αρνητικών δεδομένων που ενώ θα μπορούσαν να αποκλειστούν με μια διαφορετική πολιτική, σήμερα είναι απειλητικοίμε αποτέλεσμα να μην μπορούμε να αποκλείσουμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.Κατ’ αρχάςείναι εξαιρετικά ανησυχητικό ότι η Ελλάδα βυθίζεται σε μεγάλη ύφεση, συνοδευόμενη από νέα έκρηξη της ανεργίας, εξελίξεις που θα μπορούσαν να έχουν σε μεγάλο βαθμό αποκρουστεί, ή έστω μετριαστεί, αν η κυβέρνηση εφάρμοζε ένα σύνολο μέτρων στήριξης της εργασίας, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και του εισοδήματος των οικογενειών, αξιοποιώντας μέρος του αποθεματικού που άφησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, όπως προτείναμε κατ’επανάληψη. Ήταν και παραμένει συνειδητή επιλογή της κυβέρνησης να μηνστηρίξει τους εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις αυτές, οδηγώντας σε μια βίαιη πτώση της καταναλωτικής δυνατότητας των πολιτών, που ήδη μετατρέπεται σε πρόβλημα βιοπορισμού για εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες.

Δεύτερον είναι εξαιρετικά ανησυχητικό ότι η κυβέρνηση σχεδιάζει να συνδέσει την εκταμίευση των πόρων από το ταμείο ανάκαμψης με ένα σύνολο όρων που περιγράφονται στο πόρισμα της Επιτροπής Πισσαρίδη, ως δήθεν αναπτυξιακή στρατηγική. Και λέω ότι είναι ανησυχητικό, διότι από όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας, μιας που η κυβέρνηση αρνείται να δώσει όλο το πόρισμα στη Βουλή, το εν λόγω σχέδιο επαναλαμβάνει όλη τη λογική της πολιτικής που εφαρμόστηκε την περίοδο 2011-2014 στη χώρα μας, προκαλώντας βαθύτατη ύφεση και κοινωνική διάλυση. Τιλέει αυτή η λογική; Ότι για τη μειωμένη ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας φταίνε οι μικρομεσαίεςεπιχειρήσεις, για την υψηλή ανεργία φταίνε οι άνεργοι που δεν είναι αρκετά καταρτισμένοι, για τα προβλήματα στην αγορά εργασίας φταίνε οι εργαζόμενοι που δεν είναι ευέλικτοι.

Και τι συστήνει; Μέτρα ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων, ιδιωτικοποίηση δημόσιων υποδομών, αναδιάρθρωση της αγοράς με κλείσιμο μικρομεσαίων επιχειρήσεων και διοχέτευση της μερίδας του λέοντος των χρημάτων σε συγκεκριμένες μεγάλες επιχειρήσεις, αφαίρεση από το δημόσιο πυλώνα κορυφαίων κοινωνικών αγαθών όπως η κοινωνική ασφάλιση, οδηγώντας τελικά τα λαϊκά στρώματα σε μια ακόμη συμπίεση. Ανεξάρτητα λοιπόν από το αν θα βρεθούμε αντιμέτωποι με μνημόνια με την τυπική έννοια του όρου, βρισκόμαστε ήδη αντιμέτωποι με μια ιδεοληπτική πολιτική από την οποία κινδυνεύουμε να μπούμε ξανά σε έναν φαύλο κύκλο λιτότητας και ύφεσης.

Στην αξιωματική αντιπολίτευση θεωρείτε ότι ο Σεπτέμβριος θα είναι «ορόσημο» για τις οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα. Τι εκτιμάτε;

Τον Σεπτέμβριο και τους μήνες που θα ακολουθήσουν θα φανούν ξεκάθαρα αλλά θα γίνουν και πιο έντονα τα αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής στην πραγματική οικονομία. Το κοινωνικό ζήτημα θα βρεθεί στο επίκεντρο. Η απολύτως ανεπαρκής στήριξη των μικρών επιχειρήσεων, οι τεράστιες απώλειες στον τουρισμό μετά τις παλινωδίες και την ανυπαρξία σχεδίου από τη ΝΔ, οι διαλυτικές παρεμβάσεις στην εργασία και η μείωση του εισοδήματος των πολιτών προδιαγράφουνήδη ένα εκρηκτικό μείγμα.

Ταυτόχρονα η κυβέρνηση θα πρέπει να παρουσιάσει την οικονομική της πολιτική και να δώσει απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα για την επόμενη μέρα. Αντικειμενικά, θα βρεθεί μπροστά στις ευθύνες της και στην πραγματικότητα που δημιουργούν οι επιλογές της. Το κρίσιμο για εμάς είναι να μπορέσουμε να πείσουμε τους πολίτες ότι υπήρχε και υπάρχει εναλλακτικός δρόμος. Ότι μπορούμε γρήγορα να βγούμε από την ύφεση με ένα μίγμα πολιτικής στήριξης της προσφοράς και της ζήτησης, στήριξης της εργασίας, των θέσεων εργασίας και των μισθών, που θα δώσει και καταναλωτική δύναμη στους πολίτες, πρόσβασης των μικρών επιχειρήσεων στα χρηματοδοτικά εργαλεία, στοχευμένωνφοροελαφρύνσεων αλλά και τόνωσης του «κοινωνικού μισθού», ώστε να προχωρήσουμε σε μια νέα φάση ανάπτυξης με μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Με την κυβερνητική εμπειρία που έχουμε πια, μπορούμε να εξειδικεύσουμε κάθε έναν από τους προγραμματικούς αυτούς τίτλους που σας περιγράφω σε συγκεκριμένα ρεαλιστικά μέτρα.

Οι χειρισμοί της κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά δημιουργούν ασφάλεια;

Τον τελευταίο χρόνο υπάρχει μια επικίνδυνη κλιμάκωση της τουρκικής προκλητικότητας τόσο στην κεντρική όσο και στην ανατολική Μεσόγειο. Από το ανυπόστατο τουρκολιβυκό σύμφωνο και τη μονομερή κατάθεση συντεταγμένων εκ μέρους της Τουρκίας στον ΟΗΕ, μέχρι την εργαλειοποίηση των προσφύγων στον Έβρο, και τελευταία την κινητοποίηση τουρκικού στόλου στην περιοχή του Καστελόριζου με σκοπό την πραγματοποίηση ερευνών εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, υπό τη σκιά μάλιστα της απόφασης του Τούρκου Προέδρου για τη μετατροπή της ΑγίαςΣοφίας σε τζαμί. Είναι προφανές ότι ο κ. Ερντογάν έχει στρατηγικό σχέδιο να καταστεί παγκόσμιος ηγέτης του Ισλάμ και ξεδιπλώνει αυτή την επιθετική του στρατηγική υπό την ανοχή των Αμερικανών και τη συχνά υποτονική στάση της Ευρώπης.

Το ερώτημα όμως είναι τι κάνει η ελληνική κυβέρνηση εν μέσω αυτής της όξυνσης. Η κυβέρνηση αρχικά ακολούθησε μια τακτική μη θέσης κρίσιμων θεμάτων στην Τουρκία. Σας θυμίζω τη συνάντηση του κ.Μητσοτάκη με τον κ. Ερντογάν όπου ο πρώτος δεν έθιξε στην πραγματικότητα κανένα από τα φλέγοντα ζητήματα, με κεντρικό στόχο να μην αυξηθούν οι προσφυγικές ροές από την Τουρκία, όπως ευθαρσώς εξάλλου το είχε δηλώσει ο κ. Πέτσας. Πέραν της επί της αρχής απαράδεκτης αυτής στάσης, η συγκεκριμένη τακτική κατέρρευσε παταγωδώς διότι και οι προσφυγικές ροές αυξήθηκαν και η Τουρκία όξυνε την επιθετικότητά της. Σε μια δεύτερη φάση, η κυβέρνηση ακολούθησε την τακτική του «προβλέψιμου συμμάχου», όπως επίσης ευθέως το είχεδηλώσει ο κ. Μητσοτάκης στον πρόεδρο των ΗΠΑ, ελπίζοντας σε στήριξη.

Και αυτή η τακτική κατέρρευσε, αφού τέτοια στήριξη δεν υπήρξε και η Τουρκία αναβάθμισε την προκλητικότητά της. Παράλληλα, όλη αυτή την περίοδο ο κ. Μητσοτάκης δεν παρενέβη σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την τουρκική προκλητικότητα, δεν ανέλαβε πρωτοβουλίες για ευρωτουρκικό διάλογο, δεν ζήτησε να εφαρμοστεί η απόφαση του Συμβουλίου Κορυφής για κυρώσεις εις βάρος της Τουρκίας –απόφαση που είχε επιτύχει να ληφθεί ο κ. Τσίπρας με τον κ. Αναστασιάδη τον Ιούνιο του 2019-, δεν αξιοποίησε κανένα διπλωματικό δίαυλο, επέμενε να υποτιμά την Τουρκία λέγοντας ότι τάχα είναι απομονωμένη και να υποβαθμίζει τις προκλητικές της κινήσεις.

Και τώρα ενώ βρισκόμαστε ενώπιον ενεργειών παραβίασης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, η κυβέρνηση εμφανίζεται σε απόλυτη αμηχανία και κινείται στα όρια της σοβαρότητας, όταν υποστηρίζει ότι τάχα αιφνιδιάσαμε την Τουρκία. Όλα αυτά δεν δείχνουν απλώς έλλειψη στρατηγικής στην εξωτερική πολιτική αλλά και μια αδυναμία κατανόησης των γεωστρατηγικών συσχετισμών και των κινήσεων του Τούρκου Προέδρου, πράγμα που μπορεί να αποδειχτεί εξαιρετικά επικίνδυνο.

Ποια εκτιμάται ότι θα είναι η εξέλιξη σε σχέση με τα αναδρομικά των συνταξιούχων;

Το ΣτΕ ήταν σαφές. Έκρινε ότι οι οριζόντιες περικοπές στις συντάξεις που επέβαλε ο κ. Βρούτσης, ως υπουργός της κυβέρνησης Σαμαρά, ήταν αντισυνταγματικές και η ασφαλιστική μεταρρύθμιση του ΣΥΡΙΖΑ που τέθηκε σε εφαρμογή τον Μάιο του 2016θεράπευσε αυτή την αντισυνταγματικότητα. Στη βάση αυτών των θέσεων, το Δικαστήριο έκρινε ότι οφείλονται στους συνταξιούχους αναδρομικά 11 μηνών.

Μετά την απόφαση αυτή, τα αναδρομικά ασφαλώς πρέπει να δοθούν και επιμένω ότι πρέπει να καταβληθούν σε όλους τους συνταξιούχους ανεξαρτήτως αν έχουν προσφύγει στη δικαιοσύνη ή όχι. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει η κυβέρνηση να τους αναγκάσει να επιβαρυνθούν με δικαστικά έξοδα.

Υπάρχει όμως μια επιπλέον κρίσιμη παράμετρος που αφορά στον χρόνο. Το δημοσιονομικό κόστος για την εξόφληση των συνταξιούχων ανέρχεται σε περίπου 3,9 δισ. ευρώ. Φέτος είναι μια τεράστια ευκαιρία να καταβληθούν τα αναδρομικά στο σύνολό τους, διότι έχει ανασταλεί το σύμφωνο σταθερότητας και ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα. Άρα, φέτος μπορούν να γίνουν τέτοιας τάξης δαπάνες από το κράτος, που ενδεχομένως στο μέλλον να μην είναι εφικτό. Απαιτείται, λοιπόν, άμεση ικανοποίηση όλων των συνταξιούχων με αυτά που έχει κριθεί πια ότι δικαιούνται.

Εάν υπάρξει κοινωνική αναστάτωση τότε δύσκολα ο κόσμος θα κατέβει στους δρόμους με βάση τους περιορισμούς του νέου νομικού πλαισίου για τις συναθροίσεις…

Πράγματι ο νόμος του κ. Χρυσοχοΐδη εναντίον των διαδηλώσεων προσβάλλει ευθέως τον πυρήνα του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και επιχειρεί εκ των προτέρων να καταργήσει τη συλλογική έκφραση της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Εξάλλου τη στόχευσή της αυτή, να καταστείλει βάναυσα τις κινητοποιήσεις, την έδειξε η κυβέρνηση με το όργιο βίας που εξαπέλυσε κατά των διαδηλωτών ήδη την ημέρα της ψήφισης του νομοσχεδίου.

Είναι όμως σχεδόν αστείο να νομίζει κανείς ότι μπορεί να περιορίσει ή ακόμη και να καταργήσει με διοικητικά μέτρα τη φυσική τάση των ανθρώπων να βρίσκονται μαζί, να συναθροίζονται και να διεκδικούν για τα κοινά τους συμφέροντα. Κανένα τέτοιο μέτρο και καμία κατασταλτική δύναμη δεν μπορεί να ανακόψει αυτή την ανθρώπινη τάση, ποτέ δεν μπόρεσαν και ποτέ δεν θα μπορέσουν. Με αυτή την έννοια, ο νόμος για τον περιορισμό των διαδηλώσεων είναι καταδικασμένος να αποτύχει. Το ζήτημα είναι να μπορέσει η κοινωνική αυτή δυσαρέσκεια να συγκροτηθεί και να εκφραστεί συλλογικά διεκδικώντας μια συνολική πολιτική αλλαγή σε προοδευτική κατεύθυνση, κι εκεί έγκειται και η ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ και της προοδευτικής συμμαχίας να υποστηρίξουν τη λαϊκή έκφραση, να την εμπνεύσουν και να της δώσουν προοπτική.

Γράψτε το σχόλιο σας

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο

Πηγή: Pagenews.gr