Η θρυλική ιστορία του πλοίου Begona

0
55

Πέρασαν 63 χρόνια από τον Μάιο του 1957, όταν στο λιμάνι της Μελβούρνης, έφτανε το ισπανικό πλοίο «Μπεγκόνα» μεταφέροντας 900 νεαρές Ελληνίδες νύφες μαζί με τα όνειρα και τις ελπίδες τους. Οι εκατοντάδες αυτές νεαρές γυναίκες είχαν φύγει από την πατρίδα για την ξενιτιά έχοντας μαζί τους μια βαλίτσα με λιγοστά ρούχα και πράγματα που τους θύμιζαν Ελλάδα, αλλά και με μια φωτογραφία ενός άνδρα που θα γνώριζαν εκεί. Σκοπός τους να αγαπήσουν τον άνδρα της φωτογραφίας και να δημιουργήσουν μαζί τους οικογένεια στην μακρινή Αυστραλία.

Πολλά έχουν γραφτεί κατά καιρούς για τις 900 νεαρές Ελληνίδες «νύφες», οι οποίες τον Μάϊο του 1957 έφτασαν στο Port Philip Bay της τότε αφιλόξενης Μελβούρνης με το γερασμένο ισπανικό πλοίο «Μπεγκόνα», όμως κανείς δεν έχει έως σήμερα επιχειρήσει να ρίξει φως στην άλλη πλευρά του νομίσματος, τους νεαρούς Έλληνες «γαμπρούς» του «Μπεγκόνα» που, με μια φωτογραφία στο χέρι και ένα μπουκέτο λουλούδια, περίμεναν την γυναίκα της ζωής τους να κατέβει τα σκαλιά του πλοίου και να τους ορκιστεί αιώνια αγάπη και αφοσίωση.

«Έχουμε πολλές φορές ερευνήσει και ασχοληθεί με τις νύφες που στο κατάστρωμα του «Μπεγκόνα» έκρυβαν τα όνειρα και την ελπίδα να συναντήσουν στην ξενιτιά τους μελλοντικούς συζύγους τους, αλλά θεωρώ ότι πλέον οφείλουμε να ερευνήσουμε και το άλλο εξίσου μεγάλο κομμάτι που συμπληρώνει το παζλ της μεταναστευτικής ιστορίας των Ελλήνων της Αυστραλίας» είπε στο Ενημερωτικό Μέσο της ομογένειας «Νέο Κόσμο» ο γνωστός εκπαιδευτικός της παροικίας, Παναγιώτης Φωτάκης, ο οποίος στην τρυφερή ηλικία των οκτώ ετών βρισκόταν στο ίδιο πλοίο, έχοντας αφήσει πίσω του το νησί του, τη Ρόδο και με αφορμή εκείνη την εμπειρία του έχει ήδη προχωρήσει στην έρευνα και την καταγραφή συγγραμμάτων που αφορούν τις νύφες ή μάλλον τις νεραΐδες (όπως εκείνος αρέσκεται να τις αποκαλεί) – εκείνου του ταξιδιού.

Σύμφωνα με τον ίδιο, στο πλοίο επέβαιναν συνολικά 962 επιβάτες εκ των οποίων οι 900 ήταν «νύφες» από την Ελλάδα. «Οι γυναίκες αυτές χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες. Το ένα τρίτο εξ αυτών ήταν «παντρεμένες ή αρραβωνιασμένες με φωτογραφία», κάποιες άλλες γνώριζαν ήδη τον γαμπρό που τους περίμενε και φυσικά υπήρχαν και οι «ελεύθερες» οι οποίες αποκαλούνταν έτσι γιατί είχαν την ελευθερία να επιλέξουν μόνες τους τον σύντροφό τους, την ίδια στιγμή που οι δεσμευμένες ζούσαν με την αγωνία αν ο άνθρωπος που άλλοι είχαν επιλέξει γι’ αυτές θα ήταν καλός, νέος, δυνατός και όπως έδειχνε στην φωτογραφία που καθεμία νεαρή ξενιτεμένη έκρυβε σα φυλαχτό στο στέρνο της» εξηγεί ο καθηγητής κ. Φωτάκης.

Για τις ελεύθερες γίνονταν ολόκληρες τελετουργίες και νυφοπάζαρα, μέσα από οικογενειακές συναντήσεις, γλέντια, κοινωνικές συνάξεις και εκκλησιασμούς, όπου παρατηρούνταν συνωστισμός και διαγωνισμός υποψήφιων γαμπρών. Για τις αρραβωνιασμένες υπήρχε μέριμνα, αφού οι ίδιες είχαν τη δυνατότητα μέσα σε ένα μήνα να επιστρέψουν με το ίδιο εισιτήριο στην πατρίδα, εφόσον κάτι πήγαινε στραβά με το γάμο ή μετάνιωναν οι ίδιες.

Σύμφωνα με μαρτυρίες, πολλά προξενιά της εποχής πέτυχαν, ενώ άλλα δεν «ανέβηκαν» ποτέ τα σκαλιά της εκκλησίας. Πολλές νύφες κατέληξαν μόνες και απογοητευμένες, άλλες, συντετριμμένες, έβαζαν τα κλάματα και άλλες επαναστατούσαν ενάντια στα «πρέπει» της εποχής. Πολλές όμως –οι περισσότερες- έσκυψαν σιωπηλά το κεφάλι και υπέμειναν τη μοίρα που άλλοι καθόρισαν για εκείνες.

«Η ιστορία των γυναικών αυτών αποτελεί, ουσιαστικά, ένα μεγάλο κομμάτι της μεταναστευτικής ιστορίας των Ελλήνων στην Αυστραλία, αλλά πλέον στόχος μου είναι να ξαναπώ την ιστορία αυτή όπως την έζησαν οι «γαμπροί» του «Μπεγκόνα» και να φέρω στην επιφάνεια τις σκέψεις και τα συναισθήματα των νεαρών ανδρών που είχαν ήδη αναζητήσει ένα καλύτερο μέλλον στην ξενιτιά και έψαχναν να βρουν μια Ελληνίδα νύφη για να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια» εξηγεί ο κ. Φωτάκης, ο οποίος έχει έρθει και σε επαφή με τρεις από αυτούς τους «γαμπρούς» της παροικίας για να καταγράψει την ιστορία τους.

Ένας από αυτούς ο 87χρονος Χαράλαμπος Κουρουκλίδης, από το Δομένικο Λάρισας. Μιλώντας στην εφημερίδα Τα Νεα ο κ. Κουρουκλίδης θυμάται: «Έφυγα από την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1953 όταν ήμουν σχεδόν 20 ετών. Έφυγα παίρνοντας μαζί μου μια μαξιλαροθήκη μέσα στην οποία είχε βάλει η μητέρα μου τα λιγοστά υπάρχοντά μου. Σκοπός μου ήταν να αλλάξω ζωή. Δεν είχα πατέρα τον είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί και ασχολούμασταν με τα χωράφια για να ζήσουμε με σιτάρια και καπνό.

Υπήρχε μεγάλη φτώχεια. Θυμάμαι πως έλεγα στη μητέρα μου ότι θα πάω Αυστραλία για δυο με τρια χρόνια να μαζέψω λεφτά και να γυρίσω. Τελικά είμαι ακόμη εδώ 67 χρόνια μετά».  Σύμφωνα με τον κ. Κουρουκλίδη η ζωή στην Αυστραλία στην αρχή δεν ήταν η ιδανική αλλά με το πέρασμα του χρόνου τα πράγματα έφτιαξαν. Μετά από αρκετό καιρό εργάστηκε ως εργάτης και μάγειρας σε διάφορες επιχειρήσεις ομογενών και έτσι κατάφερε να ορθοποδήσει.

Μιλώντας στον Νέο Κόσμο θα πει: «Αποφάσισα ότι μου άρεσε η Αυστραλία και ότι είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου να παντρευτώ, αλλά δεν ήθελα να ζητήσω σε γάμο καμία άλλη κοπέλα, παρά μόνο την αγαπημένη μου συμμαθήτρια Ουρανία, η οποία είχε μείνει χαραγμένη στο μυαλό μου για την καλοσύνη και την εξυπνάδα της και έτσι αποφάσισα δειλά-δειλά να της στείλω ένα γράμμα μαζί με ένα ποίημα και μια φωτογραφία μου.

Ομολογώ ότι το γράμμα με το οποίο της ζητούσα να έρθει κοντά μου και να γίνει γυναίκα μου, το έγραφα και το ξαναέγραφα κοντά μια εβδομάδα και αγωνιούσα για το αν θα της αρέσει, ενώ η φωτογραφία που της έστειλα ήταν τραβηγμένη στο Royal Exhibition Building, όπως συνήθιζαν να κάνουν όλοι οι ‘γαμπροί’ της εποχής που έψαχναν για νύφη δια αλληλογραφίας». Η Ουρανία μόλις είδε την φωτογραφία ερωτεύτηκε τον μέλλοντα σύζυγό της και αποδέχθηκε την πρόσκληση.

«Δε θα ξεχάσω ποτέ το άγχος αλλά και την προσμονή που όλοι οι νέοι είχαμε όταν φτάναμε στο λιμάνι. Με μια φωτογραφία και ένα μπουκέτο λουλούδια στο χέρι, ψάχναμε εναγωνίως και με κρυφό ενθουσιασμό να αναγνωρίσουμε την ‘νύφη’ που εμείς οι ίδιοι είχαμε επιλέξει ενώ οι ελεύθεροι σκαρφάλωναν στο πλοίο σε μια απέλπιδα προσπάθεια να βρουν την γυναίκα της ζωής τους.

Στο Port Philip Bay εκείνο το πρωί βρέθηκαν συνολικά 4.000 νεαροί άντρες που είτε περίμεναν είτε έψαχναν να βρουν τη δική τους «νύφη», φωνάζοντας στα ελληνικά «Παντρέψου με» στις κοπέλες που κατέβαιναν από το πλοίο.

«Κοιτάζοντας πίσω, σίγουρα ήταν εξαιρετικά δύσκολο για τις νεαρές αυτές κυρίες που έρχονταν να συναντήσουν έναν άγνωστο άντρα αλλά ήταν εξίσου δύσκολο και για εμάς που ήμασταν ήδη μόνοι στην ξενιτιά. Θυμάμαι περιπτώσεις που πολλοί και πολλές, μετά την πρώτη εκείνη συνάντηση, δεν ταίριαζαν και εξαφανίστηκαν ή βρήκαν τελικά κάποια άλλη νύφη ή γαμπρό.

Εγώ μόλις είδα την Ουρανία την ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα. Την αγκάλιασα, την φίλησα και εκείνη με παρατηρούσε από πάνω έως κάτω σαστισμένη. Από εκείνη την ημέρα την είχα κορώνα στο κεφάλι μου και θεωρώ τον εαυτό μου ευλογημένο που την παντρεύτηκα, γιατί μαζί περάσαμε 60 ευτυχισμένα χρόνια και δημιουργήσαμε μια υπέροχη οικογένεια, παιδιά και εγγόνια» λέει ο κ. Χαράλαμπος, ο οποίος έχασε την σύζυγο του το 2016 σε ηλικία 81 ετών.

Η ιστορία του Χαράλαμπου Κουρουκλίδη και της Ουρανίας Καραμίτσα, είναι μία μόνο από τις εκατοντάδες ιστορίες εκείνης της εποχής. «Από τότε που ξεκινήσαμε την έρευνα συνειδητοποίησα πόσο σημαντική είναι αυτή η περίοδος, όχι μόνο ιστορικά αλλά και για τους ομογενείς της δεύτερης γενιάς που διψούν να μοιραστούν τις ιστορίες των γονιών τους» εξηγεί ο κ. Φωτάκης.

Το πλοίο «Μπεγκόνα» έφτασε στο λιμάνι της Μελβούρνης στις 21 Μαΐου 1957, στις 10πμ. και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να κρατά το ρεκόρ υποψήφιων νυφών που έχει ποτέ μεταφέρει πλοίο από την Ελλάδα στην Αυστραλία. «Η εποχή αυτή αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής μεταναστευτικής ιστορίας στην Αυστραλία, γι’ αυτό θεωρώ χρέος όλων μας να την καταγράψουμε» καταλήγει ο κ. Φωτάκης.

Γράψτε το σχόλιο σας

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο

Πηγή: Pagenews.gr